Dark & Light

Embracing the dark and the light in us all…

1998 September 3, 2010

Filed under: Confessions... — darkenlight @ 11:43am

Ανοίγω τα μάτια μου. Το φως του ήλιου με ξύπνησε. Δεν ξεγελιέμαι από το φως όμως. Αν βγω έξω θα ξυλιάσω. Βρίσκομαι στο παιδικό μου δωμάτιο κουκουλωμένος κάτω από το ζεστό πάπλωμα. Δεν υπάρχει περίπτωση να σηκωθώ ακόμα. Είναι σάββατο, δεν έχω σχολείο και το μόνο που με ενδιαφέρει αυτή τη στιγμή είναι τα καρτούν στην τηλεόραση. Έχω να δω: Σέιλορμουν, ντράγκονμπολ, στρουμφάκια, τιμόν και πούμπα, ντισνει κλαμπ  κλπ. Κρίμα που δεν παίζουν οι Πάουερ Ρέιντζερς πια. Καταραμένε Αντένα. Θα χουζουρίσω λίγο ακόμα και θα δω τα καρτούν μου μασουλώντας τσόκο ποπς.

Τώρα που τελείωσαν τα “παιδικά” σηκώθηκα και πήγα στο δωμάτιο της μαμάς που είναι ακόμα ξαπλωμένη. Ξενύχτησε χθες και μου ζητάει ένα ποτήρι χυμό. Πάω στο ψυγείο και παράλληλα κοιτάζω τις πιτζάμες μου. Τις λατρεύω. Είναι άσπρες με γαλάζια σχεδιάκια. Περνώντας βλέπω την αδερφή μου να κοιμάται. Πάντα κοιμάται σαν μοσχάρι. Τα μαλλιά μου είναι σαν θάμνος. Όποτε ξυπνάω δεν μπορώ να τα τιθασεύσω με τίποτα. Πάω το χυμό στη μαμά και ξαπλώνω δίπλα της. Αυτή με χαιδεύει στοργικά. Χαζεύουμε παρέα λίγο αυτό που βλέπει στην τηλεόραση και εμφανίζεται η αναμαλλιασμένη αδερφή μου. Πηδάει κυριολεκτικά πάνω μας και αρχίζει να ζουζουνίζει σαν τρελή. Την περνάω 4 χρόνια. Είναι απίστευτα αστεία. Σε κάποιο σημείο χώνεται ανάμεσά μας και με εκνευρίζει γιατί το κάνει πάντα. Πρέπει οπωσδήποτε να με πετάξει στην άκρη. Δεν μπορεί να κάτσει από την άλλη πλευρά ας πούμε!

Αργότερα έχουμε σηκωθεί όλοι και η μαμά ετοιμάζει μεσημεριανό. Εγώ σκέφτομαι να πάω να ανοίξω την σχολική μου τσάντα και να διαβάσω τα μαθήματά μου. Όλο λέω ότι θα τα διαβάζω από νωρίς το σαββατοκύριακο, να μην τα αφήσω τελευταία στιγμή γιατί είναι κλασσικό ότι την κυριακή καταφέρνουμε να διαβάσουμε ελάχιστα. Εννοείται πως το ξέρω ότι δεν θα διαβάσω τίποτα σήμερα. Δεν τα κατάφερα κανένα άλλο σαββατοκύριακο. Ούτε σήμερα. 11 το βράδυ αύριο όπως πάντα!

Έχω ντυθεί και έχω βγει έξω στην αυλή με το μπουφάν μου κουμπωμένο μέχρι πάνω. Μυρίζει υπέροχα το έξω. Βλέπω τη Λουίζα, το σκυλί του ξάδερφού μου που πηγαίνει από σπίτι σε σπίτι γιατί μας αγαπάει όλους. Κουνάει ζωηρά την ουρά της και με κοιτάζει με αγάπη, είμαι σίγουρος. Το τρίχωμά της είναι χρυσαφί ανοιχτό και έχει ΤΕΡΑΣΤΙΟ στήθος από τις άπειρες γέννες. Είναι τσούλα η Λουίζα. Πάει με τον έναν και με τον άλλον. Αλλά αν την πιάσω με σκυλί σταματάει και με κοιτάζει με το “βλέμμα”. Είναι πολύ αστείο. Της δίνω να φάει και παίρνει την τσάντα με το στόμα της πιο πέρα γιατί ντρέπεται να τρώει μπροστά μου. Είναι πραγματικά σαν άνθρωπος. Αφού χτυπάει την πόρτα για να της ανοίξουμε όταν έρχεται. Σε λίγα χρόνια η λουίζα θα φύγει από τη ζωή από γηρατειά. Φυσικά εγώ ακόμα δεν το έχω καν πιθανότητα στο μυαλό μου. Η Λουίζα είναι πάντα δίπλα μου και δεν πεθαίνει ποτέ.

Έβρεχε χθες. Έχουν βγει σαλιγκάρια. Θα πάω να μαζέψω με την αδερφή μου σε λίγο. Είναι τέλειο να τα μαζεύεις αλλά δεν μου αρέσει να τα τρώω. Βγήκε κι αυτή έξω και παίζει με την Λουίζα. Πάμε πίσω από το σπίτι να παίξομε “σπιτάκι” και “χώρες”. Η γριά πιο κάτω μας μισεί. Κοιτάζει από τα παράθυρά της να δει αν θα την ενοχλήσουμε και πολλές φορές την ενοχλούμε όντως. Είναι πολύ γελοία.

Μιλάω στο τηλέφωνο με τον κολλητό μου. Μιλάμε για κάνα μισάωρο. Κοροιδεύουμε όοοοοολα τα παιδιά της τάξης και λέμε ανούσια πράγματα. Η μαμά μου υπενθυμίζει συνέχεια ότι ο λογαριασμός του τηλεφώνου θα έρθει πανάκριβα. Δεν της δίνω σημασία αν και θα ‘πρεπε. Τα βγάζει όλα πέρα μόνη της. Βέβαια το κάνει συνέχεια εμφανές αυτό και με εκνευρίζει αλλά είμαι ευγνώμων. Ο κολλητός μου θα έρθει πιο μετά από το σπίτι. Μένει πολύ κοντά. Γελάω πολύ μαζί του.

Μου αρέσει απίστευτα να κάθομαι στο γκρι χαλάκι της κρεβατοκάμαρας. Δίπλα μου είναι η τεράστια σόμπα που άναψε η μαμά και δεν κρυώνω τόσο. Είναι απίστευτο πόσο μεγάλη είναι μια σόμπα για μια μικρή φλογίτσα. Παρ’όλα αυτά ζεσταίνει. Ήρθαν οι θείες μου για καφέ μέσα και η μαμά έχει φτιάξει ελληνικό καφέ, έχει βγάλει του κόσμου τα σαλάμια και τα τυριά. Ήρθε και η φίλη τους η Σταυρούλα. Την αντιπαθώ. Κοιτάζει να δει τι θα σχολιάσει στο σπίτι. Πχ μπαίνει στο δωμάτιο μου και λέει στη μαμά “α δεν ξεσκόνισες εδώ ε?” Τι σκρόφα… είναι νέα λέξη το σκρόφα. Το άκουσα κάπου και το είπα σε μια συμμαθήτρια μου. Αλλά αυτή έφερε τους γονείς της την άλλη μέρα και ζήτησαν να φέρω κι εγώ τη δική μου. Σκρόφα 2 φορές.

Τις λατρέυω τις θείες μου. Της μαμάς δηλαδή. Έχω 6 τέτοιες. Αλλά στο νησί μένουν οι 2. Οι άλλες Αθήνα. Αυτό το τεράστιο μέρος που δεν ξέρω πως καταφέρνουν και δεν χάνονται. Όποτε πηγαίνω εκεί κάθομαι στο σπίτι και το πολύ πολύ να πάω μέχρι το ψιλικατζίδικο δίπλα να πάρω μίκι μάους. Το σπίτι μιας θείας μου στην Αθήνα το αγαπάω πολύ όμως. Είναι μεγάλο με ξύλινες σκάλες. Όποτε πηγαίνω εκεί κλείνομαι στο δωμάτιο του ξάδερφού μου και βλέπω με τις ώρες MTV. Μπορεί να παίξει Britney Spears. Στη σαντορίνη οι 2 θείες μου είναι λατρεμένες. Η μία είναι ανθουσιασμένη με ένα είδος μιας άλλης θρησκείας και τρέχει στην Ινδία συνέχεια. Είχε μια πολύ σοβαρή αρρώστεια θανατηφόρα και μετά το πρώτο ταξίδι της εκεί λέει ότι ξαναγεννήθηκε και έγινε καλά. Δεν ξέρω. Πάντως την αγαπάω πολύ γιατί μου φέρνει διάφορά από κάθε της ταξίδι και με την κόρη της κάνουμε πολύ πολύ παρέα. Η άλλη μου θεία όμως είναι η αδυναμία μου. Μιλάει με μια δυνατή φωνή αλλά όχι γκαρίδα, είναι μονίμως αφηρημένη, η μόνη από τις θείες μου που καπνίζει και καμιά φορά αφήνει να φανεί λίγο μπούστο. Έχει πολύ ωραία μπλε μάτια και φτιάχνει το καλύτερο παστίτσιο που έχω φάει. Με καλάει πάντα όταν το φτιάχνει. Όποτε η μαμά πηγαίνει κάπου ταξίδι με πηγαίνει σε αυτή τη θεία μου επειδή με τον γιο της είμαστε σχεδόν ίδια ηλικία. Κάνουμε παρέα.

Είμαι στο δρόμο να επισκεφθώ τη γιαγιά μου. Το αγαπημένο μου μέρος στον κόσμο. Ο παππούς αν και τυφλός από παιδί έχει φτιάξει ένα τεράστιο κήπο, έχει φυτέψει πολλά δέντρα, έχει κότες, πάπιες με την δική τους πισίνα, ένα φουρνάκι όπου φτιάχνει ψωμί και μας έχει φτιάξει μια παιδική χαρά στην αυλή με μονόζυγο, κούνιες και τραμπάλα. Εκεί παίζουμε “διαστημόπλοιο” υποτίθεται ότι αυτός ο χώρος είναι το διαστημόπλοιο και δεν θέλουμε να μπούν μέσα οι εξωγήινοι. Καμιά φορά κάνουμε κούνια και τραγουδάμε τραγούδια. Μπήκα μέσα, η γιαγιά ήδη έχει στο χέρι κάτι να φάω, μετά θα δούμε κάποια σαπουνόπερα μαζί. Για την ώρα ο παππούς παίζει στα πόδια του την αδερφή μου. Εγώ έχω αγάπη με τη γιαγιά μου. Από πάντα. Την βλέπω καμιά φορά που πλέκει και την παρατηρώ για ώρα. Είναι σαν να κάνει κάτι πολύ σημαντικό. Βγάζει τη γλώσσα της έξω και με πολύ συγκεντρωμένα μάτια πίσω από κάτι γυαλιά που βάζει όταν πλέκει δεν παρατηρεί τίποτα άλλο.

Είναι απόγευμα και φεύγουμε από τη γιαγιά και τον παππού. Πάμε σπίτι. Έχει ήδη αρχίσει να σκοτεινιάζει γιατί είναι χειμώνας. Ξεκίνησε να βρέχει και ίσα που προλάβαμε να μπούμε στο σπίτι. Τελικά δεν θα έρθει ο κολλητός μου σήμερα. Βάζω να ακούσω το πρώτο σιντι που αγόρασα ποτέ μου πριν λίγους μήνες στην αθήνα. το Baby One More Time της Britney. Το ακούω ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ. Έχω μάθει τους στίχους απ’έξω. Όχι ότι καταλαβαίνω όλα τα λόγια. Το ακούω πάντα σε αυτό το φορητό που έχει κασέτα, ράδιο και από πάνω πατάς το καπάκι για το σιντί και ανοίγει και πάνω βάζεις το σιντί. Το έχω γεμίσει με αυτοκόλλητα από Spice Girls, Jennifer Lopez, 5ive και Backstreet Boys. Δεν μπορώ να τα ξεκολλήσω όμως.

Έξω βρέχει και το λατρεύω πάντα να είμαι ζεστά μέσα στο σπίτι και να ακούω τη βροχή. Να κοιτάζω κι έξω από το παράθυρο που σκοτεινιάζει και πέφτουν οι σταγόνες τόσο γρήγορα. Όπως πάντα, φοράω φόρμα. Είναι πολύ ζεστή.

Παρατηρώ τη μαμά που ράβει. Ακούγεται πολύ δυνατά αυτός ο ήχος της μηχανής και με εκνευρίζει. Αλλά μου αρέσει να την παρατηρώ. Η αδερφή μου παίζει με τις κούκλες και πρέπει να παραδεχτώ πως μερικές φορές παίζω κι εγώ μαζί της! Αλλά το πιθανότερο είναι να τις κόψω τα μαλλιά, να τις ζωγραφίσω και να τις καταστρέψω και η αδερφή μου να βάλει τα κλάματα. Ειδικά με ένα ξάδερφό μου τρελαινόμαστε να καταστρέφουμε τα παιχνίδια της αδερφής μου αλλά μετά όταν αυτός φεύγει νιώθω κάπως άσχημα και την θυμάμαι που κλαίει και κάπως βυθίζομαι μέσα μου. Το σιχαίνομαι όταν γίνεται αυτό. Αυτό το συναίσθημα θα συνεχίσει να συμβαίνει για πάντα αλλά εγώ τώρα νιώθω πως είναι της ηλικίας μου.

Ξαπλώνω να κοιμηθώ και δεν σκέφτομαι ότι είμαι ευτυχισμένος.

Είναι δεδομένο.

Δεν με ενδιαφέρει να είμαι ευτυχισμένος καν. Απλά αυτή είναι η μικρή ζωή μου. Και την απολαμβάνω.

Στεναχωριέμαι για μικρά πράγματα και απλά εξερευνώ τον κόσμο. Δεν ξέρω γιατί οι μεγάλοι θέλουν να είναι ευτυχισμένοι. Εγώ δεν το σκέφτομαι καν αν ζω καλά.

Απλά είμαι…

Όταν μερικά χρόνια μετά φέρνω τέτοιες αναμνήσεις φαντάζομαι θα το ονομάζω ευτυχία…

 

Έτσι… πρέπει. September 1, 2010

Filed under: Thoughts — darkenlight @ 05:32am

3 το μεσημέρι. Λεωφορείο.

Κάθομαι στο κάθισμα, με έχει πιάσει υπνηλία και μου βρωμάει ξιδίλα.  Μια γριά δίπλα μου (από αυτές τις μίζερες κακομοίρες) στέκεται όρθια και περιμένει στωικά να της παραχωρήσω τη θέση μου. “Καλά περίμενε… ούτε κουτσή είσαι ούτε στραβή”. Την παρατηρώ. Το ξέρω πως από δευτερόλεπτο σε δευτερόλεπτο θα κάνει την νο.1 κλισέ κίνηση της σκατόγριας που (δεν) σέβεται τον εαυτό της.

Την έκανε.

Χέρι πάνω, δεξιά και μετά αριστερά. 3 φορές. Παράλληλα κάτι μουρμουράει που ανάθεμα αν ξέρει και η ίδια τι είναι και σε ποια γλώσσα.

Δεν προλαβαίνει να το κάνει αφού περάσαμε την εκκλησία το έκανε απανωτά για την επόμενη. “Σε κεντρικό δρόμο είσαι μωρή, θα βαρεθείς να σταυροκοπιέσαι”.

Εκεί είναι που ξεκινάω να χάνομαι σε σκέψεις, μιας που βαριέμαι αφόρητα μια Τετάρτη απόλυτα συνηθισμένη.

Τι ακριβώς συμβολίζει αυτή η χειρονομία με το σταυρό? Το δέος που ακριβώς την πιάνει? Τα τούβλα και τα μπετά της εκκλησίας την ανατριχιάζουν? Αυτά τα 2 ενωμένα παλούκια που σχηματίζουν το σταυρό ίσως? Ο παπάς με τη μαύρη ρόμπα που περπατάει? Γιατί, αν έχω καταλάβει καλά, το σταυρό της τον κάνει επειδή την πιάνει κάποιο δέος που βλέπει αυτό το κτίριο.

Αλήθεια, γιατί δεν υπάρχουν εκκλησίες σαν παράγκες?  Τους κακοπέφτει? Εκεί η πίστη χάνεται? Γιατί όλη αυτή η χλίδα? Είναι κάποιο είδος franchise?

Μπορεί βέβαια να σταυροκοπιέται επειδή προσεύχεται για κάτι. Ένα είδος τάματος. Ξερω γω? Που είναι ακόμα ζωντανή και στέκεται και να συνεχίσει αυτό.

Μπορεί πάλι να βλέπει το κτίριο και να νομίζει ότι βλέπει το θεό. Και να υποδουλώνεται. Για λίγα δευτερόλεπτα πάντα. Μόλις περάσουμε την εκκλησία μπορεί να συνεχίσει άφοβα να γκρινιάζει για όλα τα προβλήματα που αντιμετωπίζει στην Αθήνα.

Ωραία. Έκανε το σταυρό της. Τώρα τι? Νιώθει καλύτερα? Άλλαξε κάτι μέσα της? Την ενθάρρυνε κάτι να συνεχίσει το δύσκολο αυτό έργο που με τη συχνότητα που το κάνει θα υπέθετα ότι μπορεί κάλλιστα να είναι σαν να τραβάει μαλακία? Αμφιβάλλω.

Στο μυαλό μου η απάντηση είναι μία.

Η ιδανική διαφήμηση κρατάει ελάχιστα, περνάει ένα σαφέστατο μύνημα και γίνεται δημόσια. Δεν θα κάναμε κάποια κίνηση με τα χέρια μας μέσα σε ένα λεωφορείο μια καθημερινή μέρα για τον εαυτό μας μόνο. Προφανώς θα θέλαμε να δείξουμε κάτι.

Πρόκειται για μια εικόνα. Ένα ακόμα διακριτικό μέρος της τεράστιας αυτής καμπάνιας που λέγεται χριστιανισμός. Προσυλητισμός  καμουφλαρισμένος. Υποσυνείδητα, αυτό που κάνει μια ηλίθια δίπλα μου είναι ο δικός της τρόπος να προσπαθεί να μου δείξει (εμένα και όλων μέσα στο λεωφορείο) τι είναι σωστό να κάνουμε. Ένα είδος “pass this on”. Το κάνω εγώ, είναι το σωστό, το είδα από κάπου, κάν’το κι εσύ. Ένα ντόμινο. Αυτή η γρία είναι ένα από τα πρόβατα-προιστάμενοι της εκκλησίας.

Το ξέρω, δεν με αναγκάζει κανείς να το κάνω κι εγώ. Όμως…

…όσο ελεύθερα κάνει η τελειωμένη το σταυρό της μπορώ το ίδιο ελεύθερα οπως περνάμε την εκκλησία να κάνω ένα κωλοδάχτυλο?

Θα με γιουχάρουνε.

Μερικές φορές νιώθω πως η εκκλησία απεικονίζει το απόλυτο πρότυπο ενός ανθρώπου που αρνείται να παραδεχτεί πως δεν είναι θεός, τη στιγμή που είναι αποδεδειγμένο από παντού ότι είναι απλά μια attention whore.

Όπως κάθε attention whore όλοι, λίγο – πολύ, ασχολούνται μαζί της. Αυτοί που την πέρνουν, όμως, στα σοβαρά δεν είναι κάπως…. ηλίθιοι?